Μετάβαση στο περιεχόμενο

לא מוסרי

Από Βικιλεξικό

Εβραϊκά (he)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

לא מוסרי (he) (lo musarí) αρσενικό