להחליט

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

להחליט (he) (lehakhlít)