לשרוף

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

לשרוף (he) (lisróf)