מלפפון

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

מלפפון (he) (melafefón) αρσενικό