מרים

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αραμαϊκά (arc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

מרים < αρχαία αιγυπτιακή mrh- (=δυνατός, γόνιμος, εύφορος)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /marjam/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

מרים θηλυκό (Maryām)

  1. Μαρία



Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

מרים (he) θηλυκό (Miryām)

  1. Μαρία