מתוח

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

מתוח (he) (matúakh) αρσενικό

  1. τεντωμένος
  2. αγχώδης