מתמיד

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

מתמיד (he) (matmíd) αρσενικό

  1. ακατάπαυστος
  2. αέναος
  3. επιμελής