נזק

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

נזק (he) (nézek) αρσενικό

  1. ζημία
  2. αβαρία