נזק

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Israel.svg Εβραϊκά (he) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

נזק (he) (nézek) αρσενικό

  1. ζημία
  2. αβαρία