נכס

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

נכס (he) (nékhes) αρσενικό

  • αγαθό (περουσιακό στοιχείο)