נפלא

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

נפלא (he) (niflá) αρσενικό, θυλ. נִפְלָאָה, αρσ. πληθ. נִפְלָאִים, θυλ. πληθ. נִפְלָאוֹת