סילון

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

סילון (he) (silón) αρσενικό

  1. πίδακας
  2. αεριωθούμενο