צדיק

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

צדיק (he) (tsadík) αρσενικό

  1. δίκαιος
  2. ενάρετος