שוק

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

שוק (he) (shuk) αρσενικό

  • αγορά (χώρος αγοραπωλησιών)