תמים

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

תמים (he) (tamím) αρσενικό

  1. αφελής
  2. αγαθός, αγαθιάρης