Μετάβαση στο περιεχόμενο

آواز

Από Βικιλεξικό

Οθωμανικά τουρκικά (ota)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
آواز < (άμεσο δάνειο) περσική آواز (âvâz, φωνή, ήχος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

آواز (âvâz)

  1. φωνή
  2. ήχος, θόρυβος
  3. ηχώ
  4. φήμη

Απόγονοι

[επεξεργασία]

آواز (οθωμανικά τουρκικά)

τουρκικά: avaz
νέα ελληνικά: αβάζι



Ούρντου (ur)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

آواز (ur)



Περσικά (fa)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

آواز (fa) (āvaz)

  1. η φωνή
  2. ο ήχος

Απόγονοι

[επεξεργασία]

آواز (περσικά)

οθωμανικά τουρκικά: آواز (âvâz)
τουρκικά: avaz
νέα ελληνικά: αβάζι

 και δείτε  آواز#Persian στο αγγλικό Βικιλεξικό