حلال

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αραβικά (ar) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

حلال < ρίζα حل (ḥálla) (λύνω, χαλαρώνω)

Επίθετο[επεξεργασία]

حلال (ar)

  1. (θρησκεία) που επιτρέπεται, σύμφωνα με το μουσουλμανικό νόμο, επιτρεπτός
  2. νόμιμος

Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]