دلال

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αραβικά (ar)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

دلال < ρίζα د ل ل‎ (d-l-l)

Προφορά 1[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /da.laːl/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

دلال (دَلَال) (ar) (dalāl) αρσενικό

Προφορά 2[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dal.laːl/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

دلال (دَلَّال) (ar) (dallāl) αρσενικό

  1. μεσίτης αγορών και πωλήσεων
  2. τελάλης
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ:
    دلال (dallāl) (αραβικά)
    οθωμανικά τουρκικά: دلال (dellal, δημώδες: tellal)
    τουρκικά: tellal
    μεσαιωνικά ελληνικά: ντελάλισσα & τελάλισσα (σε τύπο θηλυκού < *(ν)τελάλης)
    νέα ελληνικά: ντελάλης & τελάλης



Οθωμανικά τουρκικά (ota)[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

دلال < (άμεσο δάνειο) αραβική دَلَال#Προφορά 1 (dalāl, κοκέτης)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

دلال (delal)

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

دلال < (άμεσο δάνειο) αραβική دَلَّال#Προφορά 2 (dallāl)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

دلال (dallāl) (δημώδης εκφορά: tellal)

  1. μεσίτης αγορών και πωλήσεων
  2. ντελάλης / τελάλης
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ: δείτε στο αραβικό #Ουσιαστικό_2

Πηγές[επεξεργασία]

  • σελ. 910Redhouse, James W. (1890) A Turkish and English Lexicon. (Τουρκικό [οθωμανικό] και αγγλικό λεξικό) Κωνσταντινούπολη: A. H. Boyajian. (ανατύπωση).