Μετάβαση στο περιεχόμενο

شكر

Από Βικιλεξικό

Οθωμανικά τουρκικά (ota)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

شكر (şeker)

  1. (τρόφιμο) ζάχαρη
  2. (τρόφιμο) ζαχαρωτό
  3. (μεταφορικά) γλυκές, ευγενικές λέξεις

Απόγονοι

[επεξεργασία]

شكر (οθωμανικά τουρκικά)

τουρκικά: şeker
αλβανικά: sheqer
βουλγαρικά: шеке́р (šekér)
σλαβομακεδονικά: шеќер (šeḱer)
αρμενικά: շեքեր (šekʻer)
  • σελ. 1131 - J.W. Redhouse, A Turkish and English Lexicon. Shewing in English: The Significations of the Turkish Terms [Τουρκικό (οθωμανικό) και αγγλικό λεξικό] (Κωνσταντινούπολη: Printed for the American Mission by A.H. Boyajian, 1884) (ανατύπωση: Βηρυτός: Librairie du Liban, 1974 & 1987).