قهوه

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: قهوة

Οθωμανικά τουρκικά (ota)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

قهوه < (άμεσο δάνειο) αραβική قَهْوَة‎ (qahwah)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: τουρκικά: kahveδείτε και την  αραβική قهوة (qahwah)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

قهوه



Περσικά (fa) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

قهوه < (άμεσο δάνειο) αραβική قَهْوَة‎ (qahwah)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

قهوه (fa)