Μετάβαση στο περιεχόμενο

كوپك

Από Βικιλεξικό

Οθωμανικά τουρκικά (ota)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

كوپك (köpek)

  1. (θηλαστικό ζώο) σκύλος
  2. (μεταφορικά) ένας άθλιος και ηθικά κατακριτέος άνθρωπος

Απόγονοι

[επεξεργασία]

كوپك (οθωμανικά τουρκικά)

⇒ τουρκικά: köpek
↷ νέα ελληνικά: κόπακας
  • σελ. 1580 - Redhouse, James W.. (1890). A Turkish and English Lexicon. Shewing in English: The Significations of the Turkish Terms [Τουρκικό (οθωμανικό) και αγγλικό λεξικό] (Κωνσταντινούπολη, Printed for the American Mission by A.H. Boyajian, 1890 @archive.org) (ανατύπωση: Βηρυτός, Librairie du Liban, 1974 & 1987).