नर
Εμφάνιση
Σανσκριτικά (sa)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- नर < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂nḗr. Συγγενή: αρχαία ελληνική ἀνήρ, περσική نر (nar).
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]नर (sa) (nára) αρσενικό
- ο άνδρας
नर (sa) (nára) αρσενικό