ცხრა

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γεωργιανά (ka) [επεξεργασία]

Αριθμητικό[επεξεργασία]

ცხრა (ka)

  1. εννιά