ἀάατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀάατος τὸ ἀάατον οἱ, αἱ ἀάατοι τὰ ἀάατα
Γενική τοῦ, τῆς ἀαάτου τοῦ ἀαάτου τῶν ἀαάτων τῶν ἀαάτων
Δοτική τῷ, τῇ ἀαάτῳ τῷ ἀαάτῳ τοῖς, ταῖς ἀαάτοις τοῖς ἀαάτοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀάατον τὸ ἀάατον τοὺς, τὰς ἀαάτους τὰ ἀάατα
Κλητική ἀάατε ἀάατον ἀάατοι ἀάατα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀαάτω
Γενική-Δοτική ἀαάτοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀάατος < α- στερητικό και ἀάω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀάατος, -ος, -ον [ ᾰᾱᾰ- ], αλλά [ ᾰᾱᾱ- ] στην Ιλιάδα (Il.14.271)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]