ἀήθεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀήθεια ἀηθεία ἀήθειαι
Γενική ἀηθείας ἀηθείαιν ἀηθειῶν
Δοτική ἀηθεί ἀηθείαιν ἀηθείαις
Αιτιατική ἀήθειαν ἀηθεία ἀηθείας
Κλητική ἀήθεια ἀηθεία ἀήθειαι

el-κλίσ-ουσ-εν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀήθεια < ἀήθης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀήθεια και ἀηθίη (ιωνικός τύπος)

  1. το ασυνήθιστο, το καινοτόμο
    ...ἢ τοῦτο μὲν διὰ τὴν ἀήθειαν τῶν λεχθέντων εὐμνημόνευτον.. : ή μήπως από αυτά που ειπώθηκαν αυτό εύκολα το θυμάται κανείς για την παραδοξότητά του... (Πλάτωνας, Τιμ. 18)
  2. η απειρία, το ξάφνιασμα από κάτι πρωτόγνωρο
    ὑπὸ ἀηθείας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]