ἀβάπτιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀβάπτιστος < α- στερητικό και βαπτίζω (εκ του βάπτω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀβάπτιστος, -ος, -ον

  1. αυτός που δεν έχει βραχεί, δεν έχει μπει μέσα σε νερό, αλλά και ο ἀβύθιστος
  2. αυτός που δεν έχει εμποτιστεί με υγρό
  3. μεταγενέστερη ελληνική αυτός που δεν έχει βαπτιστεί, ο αβάπτιστος

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

* ἀβαπτισία

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

* βαπτισμένος
* εμβαπτισμένος