ἀβέβαιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀβέβαιος τὸ ἀβέβαιον οἱ, αἱ ἀβέβαιοι τὰ ἀβέβαια
Γενική τοῦ, τῆς ἀβεβαίου τοῦ ἀβεβαίου τῶν ἀβεβαίων τῶν ἀβεβαίων
Δοτική τῷ, τῇ ἀβεβαίῳ τῷ ἀβεβαίῳ τοῖς, ταῖς ἀβεβαίοις τοῖς ἀβεβαίοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀβέβαιον τὸ ἀβέβαιον τοὺς, τὰς ἀβεβαίους τὰ ἀβέβαια
Κλητική ἀβέβαιε ἀβέβαιον ἀβέβαιοι ἀβέβαια
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀβεβαίω
Γενική-Δοτική ἀβεβαίοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀβέβαιος < στερητικό + βέβαιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀβέβαιος, ος, ον

  1. άστατος, κυμαινόμενος,
  2. αναξιόπιστος
  3. (ιατρική) φάρμακα χωρίς αποτελεσματικότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]