ἀβέλιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀβέλιος αρσενικό (επίσης: επικός τύπος ἠέλιος και ἅλιος, δωρικός τύπος, αιολικός τύπος και αρκαδικός τύπος: ἀέλιος )

  • (αρχαίος) κρητικός τύπος του ἥλιος


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: ἥλιος