ἀβασίλευτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀβασίλευτος < α- στερητικό και βασιλεύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀβασίλευτος, -ος, -ον
  1. ο υφιστάμενος χωρίς βασιλική εξουσία
  2. αυτός που δεν τελεί υπό βασιλικό καθεστώς