Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀβεντούρα

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀβεντούρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική avventura ή (άμεσο δάνειο) γαλλική aventure

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀβεντούρα θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]