ἀβλαβής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀβλαβής τὸ ἀβλαβές οἱ, αἱ ἀβλαβεῖς τὰ ἀβλαβ
Γενική τοῦ, τῆς ἀβλαβοῦς τοῦ ἀβλαβοῦς τῶν ἀβλαβῶν τῶν ἀβλαβῶν
Δοτική τῷ, τῇ ἀβλαβεῖ τῷ ἀβλαβεῖ τοῖς, ταῖς ἀβλαβέσι(ν) τοῖς ἀβλαβέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀβλαβ τὸ ἀβλαβές τοὺς, τὰς ἀβλαβεῖς τὰ ἀβλαβ
Κλητική ἀβλαβές ἀβλαβές ἀβλαβεῖς ἀβλαβ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀβλαβεῖ
Γενική-Δοτική ἀβλαβοῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀβλαβής, ής, ές < α- στερητικό και βλάβη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀβλαβής

  1. εκείνος που δεν προξενεί βλάβη, άκακος, αθώος
    • ἀβλαβέα ἔχουσιν σπασμοί : σπασμοί που είναι αθώοι, δεν προκαλούν ζημία στον οργανισμό (Ιπποκράτης, Ἐπιδημιῶν, 1, 6)
  2. εκείνος που προλαμβάνει μια βλάβη
  3. που δεν παραβιάζει, δεν θίγει (για όρους συνθήκης)
  4. εκείνος που δεν υφίσταται βλάβη
    ὥστε αὐτός τε ἀβλαβὴς καὶ τοὺς αὑτοῦ ἄνδρας ἀβλαβεῖς διὰ τὸ πείθεσθαι παρέχεται. : και έτσι με την πειθαρχία του και αυτός έμεινε σώος και οι άνδρες του (Ξενοφών, Κύρου Παιδεία, βιβλίο Δ, 1.3)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]