ἀβλεψία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀβλεψία< (ελληνιστική κοινή) ἀβλεψία < ἀβλεπτῶ < στερητικό α- + βλέπω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀβλεψία θηλυκό
- η αβλεψία στην πολυτονική γραφή
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἀβλεψίᾱ | αἱ | ἀβλεψίαι | ||||
| γενική | τῆς | ἀβλεψίᾱς | τῶν | ἀβλεψιῶν | ||||
| δοτική | τῇ | ἀβλεψίᾳ | ταῖς | ἀβλεψίαις | ||||
| αιτιατική | τὴν | ἀβλεψίᾱν | τὰς | ἀβλεψίᾱς | ||||
| κλητική ὦ! | ἀβλεψίᾱ | ἀβλεψίαι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀβλεψίᾱ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀβλεψίαιν | ||||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]ἀβλεψία < ἀβλεπτῶ, θέμα ἀβλεψ-
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀβλεψία, -ας θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
- τύφλωση
- (μεταφορικά) η αδυναμία να δει κάποιος κάτι
- το να είναι κάτι αόρατο
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀβλεψία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)