ἀβοητί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀβοητί < ἀβόητος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ἀβοητί
  1. χωρίς βοή, σιωπηρά
  2. (αναφορά σε μάχη): χωρίς πρόσταγμα, χωρίς διαταγή, ενέργεια εκούσια