ἀβουλέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀβουλέω < παρασύνθετος από τη λέξη ἄβουλος + jω (το άβουλος από το α στερητικό + το βουλή (= σκέψη, απόφαση)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀβουλέω

  1. δεν θέλω, δεν έχω τη βούληση, δεν επιθυμώ να, είμαι απρόθυμος να (όταν συντάσσεται με απαρέμφατο)
    ...τὸ ἀβουλεῖν καὶ μὴ ἐθέλειν μηδ᾽ ἐπιθυμεῖν οὐκ εἰς τὸ ἀπωθεῖν καὶ ἀπελαύνειν ἀπ᾽ αὐτῆς καὶ εἰς ἅπαντα τἀναντία ἐκείνοις θήσομεν; : ...(όμως τι πρέπει να θεωρήσουμε) για το να μην έχει κάποιος τη βούληση και τη θέληση ούτε και την επιθυμία, δεν πρέπει κι αυτά να τα εντάξουμε στην απόρριψη (της ψυχής) και στην απώθηση και, γενικά, σε όλα τα αντίθετα (προς τα προηγούμενα); (Πλάτωνας, Πολιτεία, Βιβλιο Δ, 437c)
  2. εναντιώνομαι σε κάτι, το αποδοκιμάζω, δεν το εγκρίνω, το απορρίπτω, δεν διατίθεμαι (όταν συντάσσεται με [[αιτιατική[[)
    ἐνδείξηται δὲ πᾶσιν ῥᾳδίως ὡς ἀβουλῶν ἐμὲ ἐκπλεῖν : και απεναντίας δείξει προς όλους ότι δεν είναι διατεθειμένος να (με βοηθήσει να) αποπλεύσω εύκολα/ εναντιώνεται στο να με διευκολύνει/αρνείται να με βοηθήσει

Σύνταξη[επεξεργασία]

  • με απαρέμφατο
  • με αιτιατική

Κλίση[επεξεργασία]

  • δόκιμος θεωρείται κυρίως ο ενεστώτας και μερικές μετοχές π.χ. ἀβουλήσας ἀβουλῶν ενώ πολλοί παθητικοί τύποι (π.χ. ἠβουλήθη) που αποδίδονται στο ἀβουλέω είναι ως επι το πλείστον, ειδικά από τα χρόνια του Χριστού και μετά, παραφθαρμένοι τύποι του βούλομαι)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

* βούλομαι, ἐπιδιώκω, ἐπιθυμῶ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

* οὐ βούλομαι

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

* συναβουλῶ
* παραβουλῶ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]