ἀβόητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀβόητος τὸ ἀβόητον οἱ, αἱ ἀβόητοι τὰ ἀβόητα
Γενική τοῦ, τῆς ἀβοήτου τοῦ ἀβοήτου τῶν ἀβοήτων τῶν ἀβοήτων
Δοτική τῷ, τῇ ἀβοήτῳ τῷ ἀβοήτῳ τοῖς, ταῖς ἀβοήτοις τοῖς ἀβοήτοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀβόητον τὸ ἀβόητον τοὺς, τὰς ἀβοήτους τὰ ἀβόητα
Κλητική ἀβόητε ἀβόητον ἀβόητοι ἀβόητα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀβοήτω
Γενική-Δοτική ἀβοήτοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀβόητος < α- (στερητικό) + βοάω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀβόητος, -ος, ον

  1. ο χωρίς βοή
  2. αυτός που μιλά σιγανά
  3. σιωπηρή ενέργεια
  4. αυτός που δεν θρηνήθηκε στο θάνατό του, αθρήνητος, άκλαυτος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  1. ἀβοητί