Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀγάπη

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀγάπη αἱ ἀγάπαι
      γενική τῆς ἀγάπης τῶν ἀγαπῶν
      δοτική τῇ ἀγάπ ταῖς ἀγάπαις
    αιτιατική τὴν ἀγάπην τὰς ἀγάπᾱς
     κλητική ! ἀγάπη ἀγάπαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀγάπ
γεν-δοτ τοῖν  ἀγάπαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀγάπη < ἀγαπάω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀγάπη θηλυκό

  1. η ψυχική κλίση, διάθεση του αγαπάω
  2. η στοργική διάθεση θεού προς ανθρώπους και αντίστροφα
  3. φιλαδελφία, φιλανθρωπία