ἀγή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγή < ἄγνυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγή θηλυκό

  1. ρήξη, θραύσμα
  2. κατ' επέκταση η περιοχή στην οποία θραύονται τα κύματα, η βραχώδης ακτή