Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀγακλεής

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀγακλεής τὸ ἀγακλεές
      γενική τοῦ/τῆς ἀγακλεοῦς τοῦ ἀγακλεοῦς
      δοτική τῷ/τῇ ἀγακλεεῖ τῷ ἀγακλεεῖ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀγακλε τὸ ἀγακλεές
     κλητική ! ἀγακλεές ἀγακλεές
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀγακλεεῖς τὰ ἀγακλε
      γενική τῶν ἀγακλεῶν τῶν ἀγακλεῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀγακλεέσ(ν) τοῖς ἀγακλεέσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀγακλεεῖς τὰ ἀγακλε
     κλητική ! ἀγακλεεῖς ἀγακλε
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀγακλεεῖ τὼ ἀγακλεεῖ
      γεν-δοτ τοῖν ἀγακλεοῖν τοῖν ἀγακλεοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'συνεχής' όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀγακλεής < ἀγα- + κλέος (δόξα)

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἀγακλεής, -ής, -ές [ᾰ-]