ἀγαλματοποιός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγαλματοποιός < ἄγαλμα + ποιέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγαλματοποιός αρσενικό

  1. κατασκευαστής αγαλμάτων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]