ἀγαπήνωρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγαπήνωρ < ἀγάπη + ἠνορέη (= ἀνήρ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγαπήνωρ αρσενικό

  1. ἀνδροπρεπής (ανδροπρεπής), ἀνδρεῖος (ανδρείος)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • επίθετο χωρίς θηλυκό ή ουδέτερο τύπο φερόμενο ως ουσιαστικό