ἀγελάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγελάτης < ἀγέλη + ἐλαύνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγελάτης αρσενικό

  1. ο αρχηγός της αγέλης (ή του πλήθους)
  2. αρχηγός των δεκαεπτάχρονων νέων στη Μινωική Κρήτη
  3. αρχηγός των επτάχρονων παιδιών στη Σπάρτη