Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀγκούσα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αγκούσα

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀγκούσα < (άμεσο δάνειο) βενετική angossa
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: αγκούσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀγκούσα θηλυκό (και σήμερα σε χρήση ως ιδιωματικό)

  1. (για άρρωστο) δυσκολία στην αναπνοή, δύσπνοια
  2. (μεταφορικά) θλίψη, μεγάλη στενοχώρια, βάρος στην ψυχή
      16ος/17ος αιώνας Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Α' στίχ. 461 (461-462) σελ. 20 Νικόλαος Γλυκύς, Εν Βενετία: Παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, 1813 / σελ. 15, Εν Βενετία: Εκ του τυπογραφείου του Αγίου Γεωργίου, 1860.
    Μʼ ἀγκούσαις, μʼ ἀναστεναγμοὺς ἐπέρνα νύκτα, ἡμέρα,
    Καὶ δὲν ἐθώρειε ποὔτονε ʼνὸς Ῥήγα θυγατέρα,

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • ἀγκούσαις (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού)

Παράγωγα

[επεξεργασία]