ἀγρέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀγρέω

  1. επικός τύπος του ἀγρεύω, κυριεύω, κυνηγώ, επιδιώκω, καταλαμβάνω
  2. η προστακτική του ἀγρέω ἄγρει και ἀγρεῖτε χρησιμοποιείτο επιρρηματικά : εμπρός, γρήγορα, λοιπόν, άντε, κουνηθείτε αλλά και κανονικά, συχνά με την έννοια πάρε
    τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς: ἄγρει μάν οἱ ἔπορσον Ἀθηναίην ἀγελείην, ἥ ἑ μάλιστ᾽ εἴωθε κακῇς ὀδύνῃσι πελάζειν (: Τότες ο μαβροσύγνεφος του Κρόνου γιος της είπε «Ομπρός λοιπόν ! Αμόλα του τη νικοδότρα κόρη, π' απ' όλους πιο πολύ αγαπάει να τον βαριοπαιδέβει» (απόδοση Πάλλη) και η ίδια φράση από τον Πολυλά: Καὶ ὁ Δίας τῆς ἀπάντησεν ὁ νεφελοσυνάκτης : «Τὴν ἀνδρειωμένην Ἀθηνᾶ σπρῶξε του εὐθὺς ἐπάνω· ποὺ συνηθᾶ μάλιστ, αὐτὴ μ’ ὀδύνες νὰ τὸν πλήττη» Ιλιάδα, 5η ραψωδία, 765)
    ἀγρεῖθ᾽, αἱ μὲν δῶμα κορήσατε ποιπνύσασαι, ῥάσσατέ τ᾽, ἔν τε θρόνοις εὐποιήτοισι τάπητας βάλλετε πορφυρέους (Σαλέψτε ἐσεῖς, τὸ πάτωμα σκουπίστε καὶ ραντίστε, καὶ στὰ καλόφτιαστα θρονιὰ ρίξτε χαλιὰ πορφύρα Οδύσσεια, 20η ραψ. 140 Αργ. Εφταλιώτης)

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]