ἀγρευτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀγρευτής τώ ἀγρευτά οἱ ἀγρευταί
Γενική τοῦ ἀγρευτοῦ τοῖν ἀγρευταῖν τῶν ἀγρευτῶν
Δοτική τῷ ἀγρευτ τοῖν ἀγρευταῖν τοῖς ἀγρευταῖς
Αιτιατική τόν ἀγρευτήν τώ ἀγρευτά τούς ἀγρευτάς
Κλητική (ὦ) ἀγρευτά (ὦ) ἀγρευτά (ὦ) ἀγρευταί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγρευτής < ἀγρεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγρευτής αρσενικό

  1. ο κυνηγός
  2. επίθετο του Απόλλωνα ως θεού και του κυνηγιού
    καὶ τὸν ἀγρευτὰν Ἀπόλλω καὶ κασιγνήταν πυκνοστίκτων ὀπαδὸν ὠκυπόδων ἐλάφων (Σοφοκλής)
  3. και ως επίθετο, εκείνος που βοηθά στην παγίδευση του θηράματος
  • ἐπ᾽ ἀγρευταῖς χευάμενος καλάμοις (δικτυωτό πλέγμα από καλάμια)
  • κύνες ἀγρευταί (τα κυνηγόσκυλα, τα κυνηγετικά σκυλιά)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]