Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀγρεῖφνα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀγρεῖφν αἱ ἀγρεῖφναι
      γενική τῆς ἀγρείφνης τῶν ἀγρειφνῶν
      δοτική τῇ ἀγρείφν ταῖς ἀγρείφναις
    αιτιατική τὴν ἀγρεῖφνᾰν τὰς ἀγρείφνᾱς
     κλητική ! ἀγρεῖφν ἀγρεῖφναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀγρείφν
γεν-δοτ τοῖν  ἀγρείφναιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'γλῶσσα' όπως «γλῶσσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀγρεῖφνα < προελληνική προέλευση, αβέβαιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀγρεῖφνα, -ης θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Παράγωγα

[επεξεργασία]