ἀγροικία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀγροικία ἀγροικία ἀγροικίαι
Γενική ἀγροικίας ἀγροικίαιν ἀγροικιῶν
Δοτική ἀγροικί ἀγροικίαιν ἀγροικίαις
Αιτιατική ἀγροικίαν ἀγροικία ἀγροικίας
Κλητική ἀγροικία ἀγροικία ἀγροικίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγροικία < ἄγροικος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγροικία

  1. ο αγροτικός τρόπος ζωής, ο χωριάτικος, ο σκληρός και σχετικά άξεστος
    ἀλλ᾽ εἰς τὰ τοιαῦτα ἄγειν πολλὴ ἀγροικία ἐστὶν τοὺς λόγους
  2. στον πληθυντικό, ἀγροικίαι : τα αγροτόσπιτα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]