ἀγροικίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγροικίζομαι < ἄγροικος και ἀγροῖκος + -ίζομαι (< ἀγρός + οἰκέω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀγροικίζομαι (αποθετικό)

  1. φέρομαι με αγένεια, σαν αγροίκος