ἀγρότερος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγρότερος < πιθανόν συγκριτικός βαθμός του ἄγριος ή απλώς ποιητικός τύπος του, επίσης πιθανόν επίθετο που μοιάζει με συγκριτικό βαθμό του ουσιαστικού ἀγρός (δηλ. με πιο έντονα τα χαρακτηριστικά του αγρού και της αγροτικής ζωής).

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀγρότερος,-τέρα,-ότερον

  1. ο αγροτικός
  2. ο άγριος, ο κυνηγετικός, εκείνος που αγαπά το κυνήγι, ο σχετικά άγριος
  3. Το θηλυκό (Ἀγροτέρα) ήταν και επίθετο της Αρτέμιδας
  4. τα μη οικόσιτα, σχετικά άγρια ζώα, ουσιαστικά τα ζώα των αγρών (ημίονοι, ελάφια κ.λπ.)
  5. οι αγρότες, οι χωριάτες
  6. τα φυτά του αγρού