ἀγωνοθετέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγωνοθετέω < ἀγωνοθέτης

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀγωνοθετέω - ἀγωνοθετῶ (συνηρημένο)

  1. οργανώνω αγώνα, διευθύνω αγώνα


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]