Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀγός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἄγος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾰγ-
ονομαστική ἀγός οἱ ἀγοί
      γενική τοῦ ἀγοῦ τῶν ἀγῶν
      δοτική τῷ ἀγ τοῖς ἀγοῖς
    αιτιατική τὸν ἀγόν τοὺς ἀγούς
     κλητική ! ἀγέ ἀγοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀγώ
γεν-δοτ τοῖν  ἀγοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀγός < απαθής βαθμίδα του θέματος ᾰγ- του ἄγω με πρόσφυμα -ός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀγός αρσενικό