ἀγών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀγών ἀγῶνε ἀγῶνες
Γενική ἀγῶνος ἀγώνοιν ἀγώνων
Δοτική ἀγῶνι ἀγώνοιν ἀγῶσι(ν)
Αιτιατική ἀγῶνα ἀγῶνε ἀγῶνας
Κλητική ἀγών ἀγῶνε ἀγῶνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγών < ἄγ(ω) + -ών

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγών αρσενικό

  1. συγκέντρωση, συνέλευση
     συνώνυμα: ἀγορά
  2. συγκέντρωση για την παρακολούθηση αθλητικών αγώνων
  3. ο τόπος όπου γίνεται ένας αθλητικός αγώνας
  4. αθλητικός αγώνας για την απόκτηση ενός βραβείου
  5. δικαστικός αγώνας
  6. οποιοσδήποτε αγώνας, μάχη, διαγωνισμός

Πηγές[επεξεργασία]